rastrillar
rast
rast
rast
ri
ɾi
ri
llar
ˈʎaɾ
liar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "rastrillar"στα ισπανικά

rastrillar
01

τσακίζω με τσάπα, μαζεύω με τσάπα

juntar hojas, paja o tierra con un rastrillo 
rastrillar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rastrillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastrilla
ενεστώτα μετοχή
rastrillando
απλός αόριστος
rastrilló
παθητική μετοχή
rastrillado
Παραδείγματα
Rastrillé todo el patio, pero el viento volvió a traer más hojas. 

Καθάρισα με τσουγκράνα όλη την αυλή, αλλά ο άνεμος έφερε πίσω περισσότερα φύλλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store