Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rastrillar
01
τσακίζω με τσάπα, μαζεύω με τσάπα
juntar hojas, paja o tierra con un rastrillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rastrillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastrilla
ενεστώτα μετοχή
rastrillando
απλός αόριστος
rastrilló
παθητική μετοχή
rastrillado
Παραδείγματα
Al rastrillar, encontré una llave antigua que estaba enterrada en el jardín.
Καθώς σαρώνω τα φύλλα, βρήκα ένα παλιό κλειδί που ήταν θαμμένο στον κήπο.



























