Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El camino de entrada
01
εισόδιος δρόμος, οδός εισόδου
un camino corto y privado que conduce desde la calle pública hasta un garaje, casa o edificio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caminos de entrada
Παραδείγματα
El coche está aparcado en el camino de entrada de la casa.
Το αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο στην εισόδο του σπιτιού.



























