Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caminar
[past form: caminé][present form: camino]
01
περπατώ
moverse a pie para ir de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
camino
γ΄ ενικό πρόσωπο
camina
ενεστώτα μετοχή
caminando
απλός αόριστος
caminé
παθητική μετοχή
caminado
Παραδείγματα
Después de cenar, siempre camino un rato.
Μετά το δείπνο, πάντα περπατάω για λίγο.



























