Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caminar
01
περπατώ
moverse a pie para ir de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
camino
γ΄ ενικό πρόσωπο
camina
ενεστώτα μετοχή
caminando
απλός αόριστος
caminé
παθητική μετοχή
caminado
Παραδείγματα
Me gusta caminar por el parque todos los días.
Μου αρέσει να περπατάω στο πάρκο κάθε μέρα.



























