Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El soporte
01
υποστήριξη, βάση
un objeto que sirve para sostener, apoyar o mantener en pie a otro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soportes
Παραδείγματα
El soporte de la lámpara es de mármol.
Η βάση της λάμπας είναι από μάρμαρο.
02
μέσο
medio físico o digital en el que se almacenan o transmiten datos o información
Παραδείγματα
El sistema admite varios soportes de información.
Το σύστημα υποστηρίζει πολλαπλά μέσα πληροφοριών.



























