Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El soporte
01
υποστήριξη, βάση
un objeto que sirve para sostener, apoyar o mantener en pie a otro
Παραδείγματα
El soporte de la lámpara es de mármol.
Η βάση της λάμπας είναι από μάρμαρο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υποστήριξη, βάση