ruinoso
rui
rwi
rvi
no
ˈno
no
so
so
so
ruidoso

Ορισμός και σημασία του "ruinoso"στα ισπανικά

01

ερειπωμένος, κατεστραμμένος

en estado de gran deterioro o a punto de derrumbarse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ruinoso
συγκριτικός βαθμός
más ruinoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ruinoso
αρσενικό πληθυντικό
ruinosos
θηλυκό ενικό
ruinosa
θηλυκό πληθυντικό
ruinosas
θεματικό πεδίο
edificios, estructuras, estado
Παραδείγματα
El viejo molino está en un estado ruinoso. 

Ο παλιός μύλος βρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store