Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ruidoso
01
θορυβώδης, δυνατός
que produce mucho ruido o hace sonidos fuertes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ruidoso
συγκριτικός βαθμός
más ruidoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ruidoso
αρσενικό πληθυντικό
ruidosos
θηλυκό ενικό
ruidosa
θηλυκό πληθυντικό
ruidosas
Παραδείγματα
El tráfico en esta calle es muy ruidoso.
Η κυκλοφορία σε αυτόν τον δρόμο είναι πολύ θορυβώδης.



























