ruidoso
rui
rwi
ρουι
do
ˈðo
δο
so
so
σο
ruinoso

Ορισμός και σημασία του "ruidoso"στα ισπανικά

01

θορυβώδης, δυνατός

que produce mucho ruido o hace sonidos fuertes 
ruidoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ruidoso
συγκριτικός βαθμός
más ruidoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ruidoso
αρσενικό πληθυντικό
ruidosos
θηλυκό ενικό
ruidosa
θηλυκό πληθυντικό
ruidosas
θεματικό πεδίο
sonido, ambiente, comportamiento
Παραδείγματα
El tráfico en esta calle es muy ruidoso. 

Η κυκλοφορία σε αυτόν τον δρόμο είναι πολύ θορυβώδης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store