Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rugir
01
βρυχάμαι
emitir su sonido fuerte y profundo característico un león u otro gran felino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruge
ενεστώτα μετοχή
rugiendo
απλός αόριστος
rugió
παθητική μετοχή
rugido
Παραδείγματα
El león macho rugió para ahuyentar a los intrusos.
Το αρσενικό λιοντάρι βρυχήθηκε για να τρομάξει τους εισβολείς.



























