Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El postigo
01
παντζούρι, παραθυρόφυλλο
una puerta pequeña o una contraventana de madera para cerrar una ventana o puerta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
postigos
Παραδείγματα
El viento golpeaba los postigos sueltos durante la tormenta.
Ο άνεμος χτυπούσε τα χαλαρά παντζούρια κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























