la trampilla
tram
tɾam
tram
pi
ˈpi
pi
lla
ʎa
lia
zapatillaredecillaescobillaguindilla

Ορισμός και σημασία του "trampilla"στα ισπανικά

01

παγίδα, κρυφή πόρτα

una puerta pequeña y oculta en un suelo o techo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
trampillas
Παραδείγματα
La trampilla en el suelo del ático conduce al desván. 

Η καταπακτή στο πάτωμα της σοφίτας οδηγεί στη σοφίτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store