personificar
per
peɾ
per
so
so
so
ni
ni
ni
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar

Ορισμός και σημασία του "personificar"στα ισπανικά

personificar
01

προσωποποιώ

atribuir cualidades humanas a un objeto o idea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
personifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
personifica
ενεστώτα μετοχή
personificando
απλός αόριστος
personificó
παθητική μετοχή
personificado
Παραδείγματα
El poeta personifica al viento en sus versos. 

Ο ποιητής προσωποποιεί τον άνεμο στους στίχους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store