personificar
Pronunciation
/pˌɛɾsonˌifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "personificar"στα ισπανικά

personificar
01

προσωποποιώ

atribuir cualidades humanas a un objeto o idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
personifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
personifica
ενεστώτα μετοχή
personificando
απλός αόριστος
personificó
παθητική μετοχή
personificado
Παραδείγματα
El autor personifica a la ciudad como una madre.
Ο συγγραφέας προσωποποιεί την πόλη ως μητέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store