Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
personificar
01
προσωποποιώ
atribuir cualidades humanas a un objeto o idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
personifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
personifica
ενεστώτα μετοχή
personificando
απλός αόριστος
personificó
παθητική μετοχή
personificado
Παραδείγματα
El poeta personifica al viento en sus versos.
Ο ποιητής προσωποποιεί τον άνεμο στους στίχους του.



























