Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remasterizar
01
ανακατασκευάζω
mejorar la calidad de sonido de una grabación antigua usando tecnología moderna
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
remasterizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
remasteriza
ενεστώτα μετοχή
remasterizando
απλός αόριστος
remasterizó
παθητική μετοχή
remasterizado
Παραδείγματα
Remasterizaron el álbum para celebrar su aniversario.
Αναμόρφωσαν το άλμπουμ για να γιορτάσουν την επέτειό του.



























