Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapear
01
κάνω ραπ
cantar o recitar letras rítmicas y rimadas sobre una base musical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rapeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rapea
ενεστώτα μετοχή
rapeando
απλός αόριστος
rapeó
παθητική μετοχή
rapeado
Παραδείγματα
Ella rapea con una flow muy distintivo y reconocible.
Αυτή ραπάρει με ένα πολύ χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο flow.



























