Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapear
01
κάνω ραπ
cantar o recitar letras rítmicas y rimadas sobre una base musical
Παραδείγματα
Ella rapea con una flow muy distintivo y reconocible.
Αυτή ραπάρει με ένα πολύ χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο flow.



























