Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapear
01
κάνω ραπ
cantar o recitar letras rítmicas y rimadas sobre una base musical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rapeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rapea
ενεστώτα μετοχή
rapeando
απλός αόριστος
rapeó
παθητική μετοχή
rapeado
Παραδείγματα
El artista rapea sobre un ritmo de hip-hop muy rápido.
Ο καλλιτέχνης κάνει ραπ πάνω σε έναν πολύ γρήγορο ρυθμό χιπ χοπ.



























