Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rancio
01
ρανσίδι, χαλασμένος
que tiene olor o sabor desagradable por estar viejo o en mal estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rancio
συγκριτικός βαθμός
más rancio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rancio
αρσενικό πληθυντικό
rancios
θηλυκό ενικό
rancia
θηλυκό πληθυντικό
rancias
Παραδείγματα
El queso estaba rancio y tenía moho.
Το τυρί ήταν ραντσίδικο και είχε μούχλα.



























