el suplente
sup
ˈsup
σουπ
len
len
λεν
te
te
τε
parientetangenteinocentereciente

Ορισμός και σημασία του "suplente"στα ισπανικά

01

αντικαταστάτης, αναπληρωματικός

un actor que aprende el papel de otro para poder reemplazarlo si es necesario 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
suplentes
αρσενικό ενικό
suplente
θηλυκό ενικό
suplente
Παραδείγματα
La suplente tuvo que salir al escenario con solo unas horas de aviso. 

Η αντικαταστάτρια έπρεπε να ανέβει στη σκηνή με μόνο λίγες ώρες προειδοποίησης.

02

αναπληρωτής, αντικαταστάτης

persona que reemplaza a otra en una función o cargo cuando es necesario 
Παραδείγματα
El suplente entró en el segundo tiempo. 

Ο αναπληρωματικός μπήκε στο δεύτερο ημίχρονο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store