Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El payaso
01
κλόουν, παλιάτσος
un artista cómico que usa maquillaje y ropa extravagante para hacer reír
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
payasos
αρσενικό ενικό
payaso
θηλυκό ενικό
payasa
neutral form
artista cómico
Παραδείγματα
El payaso hacía malabares con pelotas de colores en el circo.
Ο κλόουν έκανε ζογκλέρ με χρωματιστές μπάλες στο τσίρκο.
LanGeek



























