Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La paz
[gender: feminine]
01
ειρήνη, ηρεμία
situación de tranquilidad y ausencia de guerra o conflictos
Παραδείγματα
La comunidad reza por la paz en la región.
Η κοινότητα προσεύχεται για την ειρήνη στην περιοχή.



























