Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El coreógrafo
01
χορογράφος
un artista que crea y planifica las secuencias de movimiento en una danza o obra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coreógrafos
Παραδείγματα
La coreógrafa ensayó con los bailarines durante semanas.
Η χορογράφος πρόβαλε με τους χορευτές για εβδομάδες.



























