la saturación
Pronunciation
/sˌatuɾaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "saturación"στα ισπανικά

La saturación
01

κορεσμός, ένταση χρώματος

la pureza o intensidad de un color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Una imagen con exceso de saturación puede verse artificial y estridente.
Μια εικόνα με υπερβολική κορεσμό μπορεί να φαίνεται τεχνητή και ογκώδης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store