la sobriedad
Pronunciation
/sˌɔβɾieðˈad/

Ορισμός και σημασία του "sobriedad"στα ισπανικά

01

νηφαλιότητα, μετριοπάθεια

el estado de no estar bajo los efectos del alcohol o de vivir sin consumirlo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sobriedad le ha traído claridad mental y paz interior.
Η νηφαλιότητα του έφερε διαύγεια πνεύματος και εσωτερική γαλήνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store