Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sobriedad
01
νηφαλιότητα, μετριοπάθεια
el estado de no estar bajo los efectos del alcohol o de vivir sin consumirlo
Παραδείγματα
La sobriedad le ha traído claridad mental y paz interior.
Η νηφαλιότητα του έφερε διαύγεια πνεύματος και εσωτερική γαλήνη.



























