Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saciar
01
καταπραΰνω, ικανοποιώ
satisfacer completamente una necesidad o deseo, como el hambre, la sed o un antojo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacio
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacia
ενεστώτα μετοχή
saciando
απλός αόριστος
sació
παθητική μετοχή
saciado
Παραδείγματα
Un vaso de agua fría sacía la sed en el día caluroso.
Ένα ποτήρι κρύο νερό εξέπληττε τη δίψα στη ζεστή μέρα.



























