saciar
sac
ˈsaθ
sath
iar
jaɾ
yar
sacar

Ορισμός και σημασία του "saciar"στα ισπανικά

saciar
01

καταπραΰνω, ικανοποιώ

satisfacer completamente una necesidad o deseo, como el hambre, la sed o un antojo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacio
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacia
ενεστώτα μετοχή
saciando
απλός αόριστος
sació
παθητική μετοχή
saciado
Παραδείγματα
Un vaso de agua fría sacía la sed en el día caluroso. 

Ένα ποτήρι κρύο νερό εξέπληττε τη δίψα στη ζεστή μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store