Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saciar
01
καταπραΰνω, ικανοποιώ
satisfacer completamente una necesidad o deseo, como el hambre, la sed o un antojo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacio
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacia
ενεστώτα μετοχή
saciando
απλός αόριστος
sació
παθητική μετοχή
saciado
Παραδείγματα
Leer un buen libro sacía su sed de conocimiento.
Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου εξέπληττε τη δίψα του για γνώση.



























