Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saciar
01
καταπραΰνω, ικανοποιώ
satisfacer completamente una necesidad o deseo, como el hambre, la sed o un antojo
Παραδείγματα
Leer un buen libro sacía su sed de conocimiento.
Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου εξέπληττε τη δίψα του για γνώση.



























