Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saborear
01
γεύομαι, απολαμβάνω τη γεύση
percibir o identificar el sabor de algo con el paladar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
saboreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saborea
ενεστώτα μετοχή
saboreando
απλός αόριστος
saboreó
παθητική μετοχή
saboreado
Παραδείγματα
Saboreó la cucharada de sopa para ver si necesitaba más sal.
Δοκίμασε τη κουταλιά της σούπας για να δει αν χρειαζόταν περισσότερο αλάτι.



























