quemado
Pronunciation
/kemˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "quemado"στα ισπανικά

01

καμένος, ανθρακωμένος

que ha sido dañado o carbonizado por el exceso de calor durante la cocción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más quemado
συγκριτικός βαθμός
más quemado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quemado
αρσενικό πληθυντικό
quemados
θηλυκό ενικό
quemada
θηλυκό πληθυντικό
quemadas
Παραδείγματα
Las galletas están quemadas por debajo.
Τα μπισκότα είναι καμένα από κάτω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store