Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quemar
[past form: quemé][present form: quemo]
01
καίω, καίγομαι
lastimar la piel por contacto con algo muy caliente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
quemo
γ΄ ενικό πρόσωπο
quema
ενεστώτα μετοχή
quemando
απλός αόριστος
quemé
παθητική μετοχή
quemado
Παραδείγματα
El sol de mediodía puede quemar la piel en minutos.
Ο μεσημεριανός ήλιος μπορεί να καψει το δέρμα σε λίγα λεπτά.



























