Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quemar
01
καίω, καίγομαι
lastimar la piel por contacto con algo muy caliente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
quemo
γ΄ ενικό πρόσωπο
quema
ενεστώτα μετοχή
quemando
απλός αόριστος
quemé
παθητική μετοχή
quemado
Παραδείγματα
Ten cuidado de no quemarte con la estufa caliente.
Πρόσεχε να μην καείς με τη ζεστή σόμπα.
LanGeek



























