quemar
que
ke
ke
mar
ˈmaɾ
mar
quedarquejar

Ορισμός και σημασία του "quemar"στα ισπανικά

quemar
01

καίω, καίγομαι

lastimar la piel por contacto con algo muy caliente 
quemar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
quemo
γ΄ ενικό πρόσωπο
quema
ενεστώτα μετοχή
quemando
απλός αόριστος
quemé
παθητική μετοχή
quemado
Παραδείγματα
Ten cuidado de no quemarte con la estufa caliente. 

Πρόσεχε να μην καείς με τη ζεστή σόμπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store