Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustancioso
01
θρεπτικός, χορταστικός
que es nutritivo, contundente y que satisface mucho el apetito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sustancioso
συγκριτικός βαθμός
más sustancioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sustancioso
αρσενικό πληθυντικό
sustanciosos
θηλυκό ενικό
sustanciosa
θηλυκό πληθυντικό
sustanciosas
Παραδείγματα
Este plato es simple pero muy sustancioso.



























