Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encurtir
01
μαρινάρω, διατηρώ σε ξύδι
conservar alimentos en una solución de vinagre, sal y especias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encurto
γ΄ ενικό πρόσωπο
encurte
ενεστώτα μετοχή
encurtiendo
απλός αόριστος
encurtió
παθητική μετοχή
encurtido
Παραδείγματα
Aprendí a encurtir limones de un programa de cocina.
Έμαθα να τουρσιάζω λεμόνια από μια μαγειρική εκπομπή.



























