encurtir
en
en
en
cur
kuɾ
koor
tir
ˈtiɾ
tir
encubrir

Ορισμός και σημασία του "encurtir"στα ισπανικά

encurtir
01

μαρινάρω, διατηρώ σε ξύδι

conservar alimentos en una solución de vinagre, sal y especias 
encurtir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encurto
γ΄ ενικό πρόσωπο
encurte
ενεστώτα μετοχή
encurtiendo
απλός αόριστος
encurtió
παθητική μετοχή
encurtido
Παραδείγματα
Mi abuela sabe encurtir cebollas de una manera deliciosa. 

Η γιαγιά μου ξέρει να μαρινάρει τα κρεμμύδια με έναν νόστιμο τρόπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store