encurtir
Pronunciation
/ˌɛnkuɾtˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "encurtir"στα ισπανικά

encurtir
01

μαρινάρω, διατηρώ σε ξύδι

conservar alimentos en una solución de vinagre, sal y especias
encurtir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encurto
γ΄ ενικό πρόσωπο
encurte
ενεστώτα μετοχή
encurtiendo
απλός αόριστος
encurtió
παθητική μετοχή
encurtido
Παραδείγματα
Aprendí a encurtir limones de un programa de cocina.
Έμαθα να τουρσιάζω λεμόνια από μια μαγειρική εκπομπή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store