Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ungüento
01
αλοιφή, αλοιφή
una preparación semisólida de uso medicinal que se aplica sobre la piel para tratar heridas o afecciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ungüentos
Παραδείγματα
El ungüento debe usarse solo externamente.
Η αλοιφή πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εξωτερικά.



























