Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pasamontañas
01
μπαλακλάβα
una prenda de punto que cubre la cabeza, el cuello y a veces la mayor parte de la cara
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pasamontañas
Παραδείγματα
Su pasamontañas negro solo le dejaba los ojos al descubierto.
Η μαύρη μπαλακλάβα του άφηνε μόνο τα μάτια του ακάλυπτα.



























