Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lleno de costras
01
καλυμμένος με κρούστας, κρουστώδης
cubierto de muchas costras, que son capas duras de sangre y pus secos que se forman sobre una herida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lleno de costras
συγκριτικός βαθμός
más lleno de costras
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lleno de costras
αρσενικό πληθυντικό
llenos de costras
θηλυκό ενικό
llena de costras
θηλυκό πληθυντικό
llenas de costras
Παραδείγματα
El perro callejero tenía las orejas llenas de costras por las peleas.
Ο αδέσποτος σκύλος είχε αυτιά γεμάτα κρούστα από τις μάχες.



























