Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curvilíneo
01
καμπυλόγραμμος, ελιγμένος
que tiene o forma curvas suaves y redondeadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más curvilíneo
συγκριτικός βαθμός
más curvilíneo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
curvilíneo
αρσενικό πληθυντικό
curvilíneos
θηλυκό ενικό
curvilínea
θηλυκό πληθυντικό
curvilíneas
Παραδείγματα
Su silueta curvilínea era muy atractiva con ese vestido.
Η καμπυλόγραμμη σιλουέτα της ήταν πολύ ελκυστική με εκείνο το φόρεμα.



























