Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encorvado
01
καμπούρης, λυγισμένος
con una postura en la que la espalda está curvada hacia adelante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más encorvado
συγκριτικός βαθμός
más encorvado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encorvado
αρσενικό πληθυντικό
encorvados
θηλυκό ενικό
encorvada
θηλυκό πληθυντικό
encorvadas
Παραδείγματα
Se sentaba encorvado en la silla, sin apoyar la espalda.
Καθόταν σκυφτός στην καρέκλα, χωρίς να στηρίζει την πλάτη.



























