Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mirada fulminante
01
αστραπιαίο βλέμμα, θυμωμένο βλέμμα
una mirada intensa y cargada de ira, desaprobación o amenaza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
miradas fulminantes
Παραδείγματα
Su mirada fulminante silenció la habitación al instante.
Το βλέμμα του που έβριζε σίγησε αμέσως το δωμάτιο.



























