el atractivo sexual
at
at
at
rac
ɾak
rak
ti
ˈti
ti
vo
βo
bo
sex
seks
seks
ual
wal
val

Ορισμός και σημασία του "atractivo sexual"στα ισπανικά

El atractivo sexual
01

σεξουαλική έλξη, σεξ απίλ

una cualidad física o de personalidad que genera deseo o interés sexual en otras personas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El actor es famoso por su gran atractivo sexual. 

Ο ηθοποιός είναι διάσημος για τη μεγάλη του σεξουαλική έλξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store