Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El quiquiriquí
01
κικιρίκου, κόκορας κελάηδημα
el sonido que hace un gallo cuando canta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quiquiriquíes
Παραδείγματα
Un quiquiriquí lejano contestó al gallo de nuestro jardín.
Ένα μακρινό κοκκυρίζει απάντησε στο πετεινό του κήπου μας.



























