el pelaje
pe
pe
pe
la
ˈla
la
je
xe
khe
peaje

Ορισμός και σημασία του "pelaje"στα ισπανικά

01

τρίχωμα

el pelo que cubre el cuerpo de un animal 
el pelaje definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pelajes
Παραδείγματα
El pelaje del zorro ártico es blanco en invierno y marrón en verano. 

Το τρίχωμα της αρκτικής αλεπούς είναι λευκό το χειμώνα και καφέ το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store