Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pelear
01
τσακώνομαι, μαλώνω
discutir o enfrentarse con alguien verbalmente o físicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pelea
ενεστώτα μετοχή
peleando
απλός αόριστος
peleó
παθητική μετοχή
peleado
Παραδείγματα
No quiero pelear contigo.
Δεν θέλω να τσακωθώ μαζί σου.



























