pelear
pe
pe
pe
lear
ˈleaɾ
lear
palearpelar

Ορισμός και σημασία του "pelear"στα ισπανικά

pelear
01

τσακώνομαι, μαλώνω

discutir o enfrentarse con alguien verbalmente o físicamente 
pelear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pelea
ενεστώτα μετοχή
peleando
απλός αόριστος
peleó
παθητική μετοχή
peleado
Παραδείγματα
Los niños pelean por los juguetes. 

Τα παιδιά τσακώνονται για τα παιχνίδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store