pelear
Pronunciation
/pˌeleˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pelear"στα ισπανικά

pelear
01

τσακώνομαι, μαλώνω

discutir o enfrentarse con alguien verbalmente o físicamente
pelear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pelea
ενεστώτα μετοχή
peleando
απλός αόριστος
peleó
παθητική μετοχή
peleado
Παραδείγματα
No quiero pelear contigo.
Δεν θέλω να τσακωθώ μαζί σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store