el morro
mo
ˈmo
mo
rro
ro
ro
zorrogorroahorroabejorro

Ορισμός και σημασία του "morro"στα ισπανικά

01

μούρη, ρύγχος

el hocico o la parte delantera de la cabeza de un animal, especialmente un mamífero 
el morro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
morro
Παραδείγματα
El cachorro tiene el morro negro y húmedo. 

Το κουτάβι έχει μαύρο και υγρό μούρη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store