Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utilizar
01
χρησιμοποιώ
hacer uso de algo para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
utilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
utiliza
ενεστώτα μετοχή
utilizando
απλός αόριστος
utilizó
παθητική μετοχή
utilizado
Παραδείγματα
Puedes utilizar mi computadora si la necesitas.
Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον υπολογιστή μου αν τον χρειαστείς.
02
φοράω
llevar ropa o accesorios puestos
Παραδείγματα
Él siempre utiliza corbata para trabajar.
Αυτός πάντα χρησιμοποιεί γραβάτα για να δουλέψει.



























