Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utilizar
01
χρησιμοποιώ
hacer uso de algo para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
utilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
utiliza
ενεστώτα μετοχή
utilizando
απλός αόριστος
utilizó
παθητική μετοχή
utilizado
Παραδείγματα
Utilizaron madera reciclada para construir la mesa.
Χρησιμοποίησαν ανακυκλωμένο ξύλο για να κατασκευάσουν το τραπέζι.
02
φοράω
llevar ropa o accesorios puestos
Παραδείγματα
En la fiesta todos utilizaron trajes elegantes.
Στο πάρτι, όλοι χρησιμοποίησαν κομψά κοστούμια.



























