utilizar
Pronunciation
/ˌutiliθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "utilizar"στα ισπανικά

utilizar
01

χρησιμοποιώ

hacer uso de algo para un fin determinado
utilizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
utilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
utiliza
ενεστώτα μετοχή
utilizando
απλός αόριστος
utilizó
παθητική μετοχή
utilizado
Παραδείγματα
Utilizaron madera reciclada para construir la mesa.
Χρησιμοποίησαν ανακυκλωμένο ξύλο για να κατασκευάσουν το τραπέζι.
02

φοράω

llevar ropa o accesorios puestos
utilizar definition and meaning
Παραδείγματα
En la fiesta todos utilizaron trajes elegantes.
Στο πάρτι, όλοι χρησιμοποίησαν κομψά κοστούμια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store