realizar
rea
rea
rea
li
li
li
zar
ˈθaɾ
thar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "realizar"στα ισπανικά

realizar
01

εκτελώ, πραγματοποιώ

ejecutar o llevar a cabo una acción, tarea o proyecto 
realizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
realizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
realiza
ενεστώτα μετοχή
realizando
απλός αόριστος
realizó
παθητική μετοχή
realizado
Παραδείγματα
Vamos a realizar un experimento en clase. 

Θα πραγματοποιήσουμε ένα πείραμα στην τάξη.

02

πραγματοποιούμαι

convertirse en realidad o cumplirse un deseo, plan o sueño 
Παραδείγματα
Su sueño de viajar se realizó el año pasado. 

Το όνειρό του για ταξίδια πραγματοποιήθηκε πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store