Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realizar
01
εκτελώ, πραγματοποιώ
ejecutar o llevar a cabo una acción, tarea o proyecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
realizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
realiza
ενεστώτα μετοχή
realizando
απλός αόριστος
realizó
παθητική μετοχή
realizado
Παραδείγματα
Vamos a realizar un experimento en clase.
Θα πραγματοποιήσουμε ένα πείραμα στην τάξη.
02
πραγματοποιούμαι
convertirse en realidad o cumplirse un deseo, plan o sueño
Παραδείγματα
Su sueño de viajar se realizó el año pasado.
Το όνειρό του για ταξίδια πραγματοποιήθηκε πέρυσι.



























