Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La situación
01
κατάσταση, θέση
conjunto de condiciones o circunstancias en un momento determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
situaciones
Παραδείγματα
La situación económica es difícil.
Η οικονομική κατάσταση είναι δύσκολη.
02
τοποθεσία, θέση
lugar o posición donde se encuentra algo o alguien
Παραδείγματα
La casa tiene una situación excelente cerca del parque.
Το σπίτι έχει εξαιρετική θέση κοντά στο πάρκο.
03
κατάσταση, θέση
condición o nivel social, profesional o económica de una persona
Παραδείγματα
La situación social de la familia ha mejorado.
Η κοινωνική κατάσταση της οικογένειας έχει βελτιωθεί.



























