Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sistematizar
01
συστηματοποιώ, οργανώνω σύμφωνα με σύστημα
organizar algo siguiendo un sistema o método
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sistematizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sistematiza
ενεστώτα μετοχή
sistematizando
απλός αόριστος
sistematicé
παθητική μετοχή
sistematizado
Παραδείγματα
Necesitamos sistematizar los datos para analizarlos mejor.
Πρέπει να συστηματοποιήσουμε τα δεδομένα για να τα αναλύσουμε καλύτερα.
LanGeek



























