el audífono
audí
ˈauði
aoodhi
fo
fo
fo
no
no
no

Ορισμός και σημασία του "audífono"στα ισπανικά

01

ακουστικό βοήθημα, συσκευή ακοής

un pequeño dispositivo electrónico que se coloca en el oído para mejorar la audición 
el audífono definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
audífonos
Παραδείγματα
Mi abuelo perdió su audífono en el parque. 

Ο παππούς μου έχασε το ακουστικό βοήθημά του στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store