Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El curita
01
επιδέσμη, αυτοκόλλητο επίδεσμο
una pequeña tira adhesiva con una gasta en el centro que se usa para cubrir heridas menores
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
curitas
Παραδείγματα
El niño quiere una curita con dibujos en el raspón.
Το παιδί θέλει ένα επιδέσμη με σχέδια στο γδάρσιμό του.



























