Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paralizar
01
παραλύω, σταματώ
dejar sin movimiento o sin sensibilidad una parte del cuerpo, o detener por completo una actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
paralizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
paraliza
ενεστώτα μετοχή
paralizando
απλός αόριστος
paralizó
παθητική μετοχή
paralizado
Παραδείγματα
El pánico se apoderó de él y lo paralizó en el lugar.
Ο πανικός τον κυρίευσε και τον παράλυσε στο σημείο.



























