Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lisiar
01
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
causar una herida o lesión grave que impide el movimiento normal o deja una discapacidad permanente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lisio
γ΄ ενικό πρόσωπο
lisia
ενεστώτα μετοχή
lisiando
απλός αόριστος
lisió
παθητική μετοχή
lisiado
Παραδείγματα
El disparo lo lisió, dejándolo paralítico.
Η βολή τον ακρωτηρίασε, αφήνοντάς τον παράλυτο.



























