Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lisiar
01
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
causar una herida o lesión grave que impide el movimiento normal o deja una discapacidad permanente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lisio
γ΄ ενικό πρόσωπο
lisia
ενεστώτα μετοχή
lisiando
απλός αόριστος
lisió
παθητική μετοχή
lisiado
Παραδείγματα
El accidente automovilístico pudo lisiarlo de por vida.
Το αυτοκινητιστικό ατύχημα θα μπορούσε να τον καταστήσει ανάπηρο για μια ζωή.



























