Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liso
01
ομαλός, ίσιος
que no tiene arrugas ni ondas; que es plano o uniforme
Παραδείγματα
El cabello liso es más fácil de peinar.
Τα ίσια μαλλιά είναι πιο εύκολα να χτενιστούν.
02
απλός, λείος
que es simple o sin adornos
Παραδείγματα
Me gusta el estilo liso y minimalista.
Μου αρέσει το λείο και μινιμαλιστικό στυλ.
03
ομαλός, στρωτός
que no tiene arrugas, asperezas o rugosidades
Παραδείγματα
Este chocolate tiene una textura lisa y cremosa.
Αυτή η σοκολάτα έχει λείο και κρεμώδη υφή.



























